Τα μάτια της τον αιχμαλώτισαν. Τον οδηγούσαν απευθείας στον πιο βαθύ ωκεανό. Στην απόλυτη άβυσσο! Τα μάτια της τον μαγνήτιζαν! Γίνεται επικίνδυνο.. “γιατί μένω εδώ, γιατί θα έπρεπε να μείνω;… αλλά δεν μπορώ να φύγω.. βουλιάζω… δεν μπορώ να φύγω, θα ήμουν τρελός αν δεν ακολουθούσα τα μάτια της..”
Τα μάτια της τον μαγνητίζουν.. και φτάνει όλο πιο βαθιά.. στον πιο απύθμενο βάθος! Νιώθει την εξαϋλωση της σκέψης του και της συνείδησής του! Μήπως αρχίζει να μετατρέπεται σε ένα φάντασμα; Τρομάζει αλλά πλέον είναι αργά για να γυρίσει πίσω! Πλέον όλοι θα έφευγαν αν είχαν την ευκαιρία.. το σίγουρο είναι ότι γι αυτόν η ευκαιρία έμεινε αναξιοποίητη.. τα μάτια της τον έχουν αιχμαλωτίσει.. μα τι συμβαίνει;; δεν είναι τα μάτια της;; είναι σκουλήκια;; όχι, είναι κάτι παράξενα ψάρια! “Mε δαγκώνουν.. Θεε μου, νομίζω με τρώνε”!
Το αγόρι ουρλιάζει καθώς τα σκουλήκια, τα παράξενα ψάρια τον τυλίγουν και η τελευταία έξοδος μοιάζει απατηλή! Φτάνει στο τέλος, στο τέλμα, πραγματοποιεί την ονειρεμένη πτώση! Ουρλιάζει σαν τρελός λίγο πριν τη σύγκρουση με το άπειρο, θέλει να ξεφύγει… χτυπάει στον πάτοοο… και ξεφεύγει..

… ανοίγει τα μάτια του! Είναι στο κρεβάτι του, σχεδόν χωρίς ανάσα, αλλά ακόμη ζωντανός. Ξέφυγε! Μετά το τέλμα έχει μόνο δρόμο προς τα ψηλά! Χαμογελάει γιατί κατάλαβε!









